Καλλιτέχνες → ΓΙΑΚΟΥΣΤΙΔΗΣ ΣΑΒΒΕΛΗΣ
Πληροφορίες
Ιδιότητα: Κατασκευαστής Οργάνων, Λύρα, ΤραγούδιΚαταγωγή: Ίμερα
Ημ/νία γέννησης: 1880
Ημ/νία θανάτου: 1934
Πόλη διαμονής: Πανόραμα Θεσσαλονίκης
Χώρα διαμονής: Ελλάδα
Βιογραφικό
Τώρα που η ζωή της τελευταίας γενιάς των Ελλήνων του Πόντου έχει περάσει πλέον οριστικά στην αρμοδιότητα των ιστορικών, το όνομά Σαββέλης Γιακουστίδης ίσως και να μη λέει και πολλά πράγματα στους σύγχρονους Πόντιους. Οι παλαιότεροι όμως γνώριζαν πολύ καλά ότι το όνομα αυτό ανήκε σε έναν από τους μεγαλύτερους λυράρηδες του Πόντου, πιθανότατα τον πλέον δεξιοτέχνη και σίγουρα έναν από τους κορυφαίους -αν όχι τον κορυφαίο- στην εκτέλεση χορευτικών σκοπών.
Ο Σαββέλης Γιακουστίδης γεννήθηκε το 1880 στην Ίμερα του Πόντου, μια αμιγή Ελληνική κωμόπολη της Χαλδίας, γνωστή σήμερα κυρίως για την μάλλον αστική αρχιτεκτονική της. Κι όμως αυτή η ακμάζουσα ελληνική κοινότητα που ανέδειξε πασίγνωστους τραπεζίτες και επιχειρηματίες, αλλά και διαπρεπείς επιστήμονες και ανθρώπους των γραμμάτων, είχε παράλληλα να επιδείξει και μία σημαντική τοπική μουσική ιδιαιτερότητα, που έχει πλέον εκλείψει οριστικά. Αναζητώντας τα ίχνη αυτής της τοπικής μουσικής παράδοσης, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στον επιφανέστερο εκπρόσωπό της, το μόνο ίσως που η φήμη του κατόρθωσε να φτάσει μέχρι τις μέρες μας, το Σαββέλη Γιακουστίδη.
Το βασικό επάγγελμα του Σαββέλη δεν ήταν λυράρης, αλλά ξυλουργός και ξυλογλύπτης. Όπως μάλιστα συνέβαινε με πολλούς από τους λυράρηδες της γενιάς του, κατασκεύαζε ο ίδιος τις λύρες με τις οποίες έπαιζε. Παράλληλα ήταν κι ένας από τους πρώτους λυράρηδες για τον οποίο έχουμε σαφείς μαρτυρίες ότι έπαιζε επ’ αμοιβή και μάλιστα αξιόλογη. Όταν ο εγγονός του Σαββέλη Δημήτριος Ποιμενίδης παντρεύτηκε μεταπολεμικά τη γνωστή πρωταγωνίστρια του ποντιακού θεάτρου Ρένα Ποιμενίδου στην Αγροσυκιά Γιαννιτσών, μία ηλικιωμένη θεία της νύφης που έμαθε ότι ο γαμπρός είναι εγγονός του θρυλικού Σαββέλη, του είπε ότι όταν ήταν μικρό κορίτσι στον Πόντο, ο Σαββέλης ζήτησε για να παίξει σε ένα γάμο στο χωριό της, τη Χάρσερα της Αργυρούπολης, 20 χρυσές λίρες καθώς επίσης και ένα άλογο για να τον μεταφέρει από και προς το σπίτι του στην Ίμερα, αιτήματα που έγιναν δεκτά. Βέβαια ο -Ιμεραίος από την πλευρά της μητέρας του- εκδότης Τάσος Κυριακίδης υποστηρίζει ότι πρόκειται μάλλον για τη συνήθη σε αυτές τις περιπτώσεις υπερβολή, διογκωμένη από το πέρασμα του χρόνου, αφού την ίδια περίπου εποχή ο ετήσιος μισθός του Γεωργίου Κανδηλάπτου ως διευθυντή δημοτικού σχολείου στον Πόντο δεν ξεπερνούσε τις λίγες μόλις χρυσές λίρες. Όπως και να έχει, το περιστατικό φανερώνει ότι ο Σαββέλης ήταν ήδη από τότε ένας επώνυμος και κυρίως ένας περιζήτητος και καλά αμειβόμενος λυράρης.
Η ανταλλαγή των πληθυσμών βρήκε το Σαββέλη στον Καύκασο, όπου είχε ξενιτευτεί για να εργαστεί ως ξυλουργός. Μάλιστα από τη σύντομη παραμονή του εκεί σώζεται ένας ακόμη ανεπιβεβαίωτος μύθος που έχει να κάνει με την καλλιτεχνική του αξία. Λέγεται ότι μια μέρα τον άκουσε τυχαία ένας Ρώσος μαέστρος και εντυπωσιάστηκε τόσο από το παίξιμό του, που τον κάλεσε να παίξει με την ορχήστρα του. Και ότι ο Σαββέλης έπαιξε ρωσικά κομμάτια με τέτοια δεξιοτεχνία, που τα μέλη της ορχήστρας σταμάτησαν να παίζουν, αφήνοντάς τον να «σολάρει». Είναι φανερό ότι και αυτή η διήγηση, όπως και η προηγούμενη, εμπεριέχει μία σημαντική δόση υπερβολής, αφού είναι βέβαιο ότι ούτε ο Σαββέλης, ούτε κανένας άλλος Πόντιος λυράρης της γενιάς του, διέθετε επαρκείς μουσικές γνώσεις, ώστε να μπορεί να σταθεί δίπλα σε μία ορχήστρα σπουδασμένων μουσικών. Το πιθανότερο είναι ότι οι Ρώσοι μουσικοί εντυπωσιάστηκαν από το άγνωστο σε αυτούς μουσικό όργανο που έβλεπαν για πρώτη φορά, και τον άφησαν να παίξει για να τον ακούσουν.
Με την ανταλλαγή των πληθυσμών ο Σαββέλης ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης, όπου ξαναβρήκε την οικογένειά του. Συνέχισε να ασκεί και εδώ στην Ελλάδα το επάγγελμα του ξυλουργού και του ξυλογλύπτη, μάλιστα μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες σωζόταν σε κεντρικό κατάστημα της Θεσσαλονίκης εκπληκτικής τεχνοτροπίας ξυλόγλυπτο διακοσμητικό, που λεγόταν ότι είχε γίνει από αυτόν. Παράλληλα συνέχισε να διασκεδάζει με τη λύρα του τους συμπατριώτες του που είχαν εγκατασταθεί στο Πανόραμα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ταλαιπωρήθηκε από μία χρόνια μελαγχολία, που κράτησε μέχρι το θάνατό του το 1934.
Σύμφωνα με όσα έγραψε ο ακούραστος ερευνητής της μουσικής μας ιστορίας Στάθης Ευσταθιάδης, ο Σαββέλης Γιακουστίδης «απέδιδε τα ποντιακό παραδοσιακό τραγούδι με ιδιόρρυθμο και εντυπωσιακό τρόπο. Ήταν ασύγκριτος προπάντων ως λυράρης στους χορευτικούς σκοπούς. Ώρες ολόκληρες έπαιζε όρθιος στη μέση του κύκλου, όπου χόρευαν συνήθως δεκάδες χορευτές, τους οποίους συντόνιζε υποδεικνύοντάς τους συχνά τα τυχόν λάθη τους, Ο Σαββέλης ήταν λυράρης μεγάλης αντοχής. Πολλοί άλλοι λυράρηδες, μεταξύ τους και ο Σταύρης Πετρίδης, έλεγαν γι’ αυτόν χαρακτηριστικά: Τον Σαββέλην σο ποδάρ’ κανείς ’κι εφτάν’ ατον, δηλαδή είναι άφθαστος ως λυράρης στο στήσιμο χορού. Επιπλέον σύντασσε δίστιχα, με αληθινή ποιητικότητα και κατασκεύαζε εξαιρετικές λύρες, μιας και ήταν άλλωστε ξυλογλύπτης και επιπλοποιός»
Ο Σαββέλης υπήρξε μαζί με το Σταύρη Πετρίδη ένας από τους δύο πιο γνωστούς Πόντιους λυράρηδες, που κυριάρχησαν στον Ανατολικό Πόντο μετά το θρυλικό Δήμο Κωνσταντά. Σε αντίθεση όμως με το Σταύρη πέθανε νωρίς κι έτσι δεν πρόλαβε να φωνογραφήσει κάποιον δίσκο γραμμοφώνου, ώστε να μας αφήσει κάποιο δείγμα του ταλέντου του. Έτσι μόνον εικασίες μπορούμε να κάνουμε για την καλλιτεχνική του αξία. Από το γεγονός π.χ. ότι εθεωρείτο καλύτερος του Σταύρη στους χορευτικούς σκοπούς (που απαιτούν συνήθως μεγαλύτερη δεξιοτεχνία), αλλά και από τις διηγήσεις των γεροντότερων κατοίκων του Πανοράματος, οι οποίοι όταν πρωτοάκουσαν το νεαρό Γώγο Πετρίδη να παίζει, έβγαλαν το συμπέρασμα ότι το παίξιμό του και ιδιαίτερα το τοξάρι του έμοιαζε περισσότερο με του Σαββέλη, παρά με εκείνο του πατέρα του, μπορούμε να εικάσουμε ότι ίσως ήταν πιο δεξιοτέχνης από το Σταύρη.
Πολλά χρόνια μετά το θάνατό του Σαββέλη δύο από το τραγούδια του ηχογραφήθηκαν από γνωστούς Πόντιους καλλιτέχνες. Η αρχή έγινε με το Χρύσανθο, που τραγούδησε το γνωστό «Ίμερα μ’ τ’ οσπιτόπα σου», ενώ λίγα χρόνια αργότερα ο Κωστίκας Τσακαλίδης τραγούδησε ένα ακόμη αγαπημένο διπάτ’ του Σαββέλη, το «Εμέν΄Σαββέλη λέγνε με».
Ίμερα μ' τ' οσπιτόπα σου σον φέγγον παρλαεύνε,
και τη Σαββέλη το τοξάρ τα δώματ' αραεύνε.
Αφιέρωμα στους πρωτομάστορες της ποντιακής παραδοσιακής μουσικής
Δημήτρης Πιπερίδης - 17ο τεύχος του περιοδικού Άμαστρις
Now that the life of the last generation of the Greeks of Pontos has definitively passed into the domain of historians, the name Savvelis Giakoustidis may no longer say much to contemporary Pontians. The older generations, however, knew very well that this name belonged to one of the greatest lyra players of Pontos—probably the most virtuosic, and certainly among the finest, if not the finest, in the performance of dance melodies.
Savvelis Giakoustidis was born in 1880 in Imera of Pontos, a purely Greek town of Chaldia, known today mainly for its rather urban architecture. Yet this flourishing Greek community, which produced renowned bankers and entrepreneurs as well as distinguished scientists and men of letters, also possessed a significant local musical distinctiveness that has since disappeared entirely. In tracing the remnants of this local musical tradition, we cannot help but focus on its most prominent representative—perhaps the only one whose fame has managed to reach our own time—Savvelis Giakoustidis.
Savvelis’s primary occupation was not that of a lyra player, but of a carpenter and woodcarver. As was the case with many lyra players of his generation, he built the lyras on which he played himself. At the same time, he was among the first lyra players for whom we have clear testimonies that he performed for pay—and indeed for substantial fees. When Savvelis’s grandson, Dimitrios Poimenidis, married after the war the well-known leading actress of Pontian theater, Rena Poimenidou, in Agrosikia of Giannitsa, an elderly aunt of the bride, upon learning that the groom was the grandson of the legendary Savvelis, told him that when she was a young girl in Pontos, Savvelis had demanded—accepted without objection—twenty gold sovereigns, as well as a horse to transport him to and from his home in Imera, in order to play at a wedding in her village, Charsera of Argiroupolis. Of course, the publisher Tasos Kyriakidis—himself from Imera on his mother’s side—maintains that this story is likely the usual exaggeration typical of such accounts, magnified by the passage of time, since around the same period the annual salary of Georgios Kandilaptis as a primary school headmaster in Pontus did not exceed just a few gold sovereigns. Be that as it may, the incident reveals that Savvelis was already then a well-known, highly sought-after, and well-paid lyra player.
The population exchange found Savvelis in the Caucasus, where he had gone abroad to work as a carpenter. From his brief stay there, another unverified legend has survived, related to his artistic worth. It is said that one day a Russian conductor happened to hear him play and was so impressed that he invited him to perform with his orchestra. Savvelis is said to have played Russian pieces with such virtuosity that the orchestra members stopped playing, allowing him to “solo.” It is clear that this account, like the previous one, contains a considerable degree of exaggeration, since it is certain that neither Savvelis nor any other Pontian lyra player of his generation possessed sufficient formal musical training to stand alongside an orchestra of academically trained musicians. Most likely, the Russian musicians were impressed by the unfamiliar musical instrument they were seeing for the first time and allowed him to play so they could listen.
With the population exchange, Savvelis came to Greece and settled in Panorama, Thessaloniki, where he was reunited with his family. He continued there as well to practice the professions of carpenter and woodcarver; in fact, until a few decades ago, an exquisitely crafted carved wooden decorative piece was preserved in a central shop in Thessaloniki and was said to have been made by him. At the same time, he continued to entertain his compatriots who had settled in Panorama with his lyra. In the final years of his life, he suffered from chronic melancholy, which lasted until his death in 1934.
According to what was written by the tireless researcher of our musical history, Stathis Efstathiadis, Savvelis Giakoustidis “rendered Pontian traditional song in a distinctive and impressive manner. Above all, he was incomparable as a lyra player in dance melodies. For hours on end he would play standing in the middle of the circle, where dozens of dancers would usually dance, coordinating them and often pointing out any mistakes. Savvelis was a lyra player of great stamina. Many other lyra players, among them Stavris Petridis, would say of him characteristically: ‘No one can reach Savvelis at setting the dance,’ meaning that he was unsurpassed as a lyra player in leading the dance. In addition, he composed couplets with true poetic quality and crafted excellent lyras, since he was, after all, a woodcarver and furniture maker.”
Together with Stavris Petridis, Savvelis was one of the two most famous Pontian lyra players who dominated Eastern Pontos after the legendary Dimos Konstantas. Unlike Stavris, however, he died young and thus did not live to record a gramophone disc, leaving us no direct example of his talent. As a result, we can only make conjectures about his artistic value. From the fact, for example, that he was considered superior to Stavris in dance melodies (which usually require greater virtuosity), as well as from the accounts of the older residents of Panorama, who, when they first heard the young Gogos Petridis play, concluded that his playing—and especially his bowing—resembled Savvelis’s more than that of his father, we may infer that he may indeed have been more virtuosic than Stavris.
Many years after Savvelis’s death, two of his songs were recorded by well-known Pontian artists. The beginning was made by Chrisanthos, who sang the famous “Imera, with your houses,” while a few years later Kostikas Tsakalidis recorded another beloved couplet of Savvelis, “My name is Savvelis.”
Tribute to the Master Craftsmen of Pontian Traditional Music - Dimitris Piperidis – Amastris Magazine 17th Issue
Δισκογραφίες - Ηχογραφήσεις
ΤΟΞΑΡΕΑΣ ΑΜΑΡΑΝΤΑ (2019)
His Master's Voice 7PG 8161 (1973)
His Master's Voice 7PG 8161 (1973)