Παρακαλώ περιμένετε...

Καλλιτέχνες → ΤΣΟΡΤΑΝΙΔΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ


Πληροφορίες
Ιδιότητα: Λύρα, Στιχουργός, Συνθέτης, Τραγούδι
Καταγωγή: Σαντά
Ημ/νία γέννησης: 1900
Ημ/νία θανάτου: 1983
Πόλη διαμονής: Νέα Σάντα Κιλκίς
Χώρα διαμονής: Ελλάδα


Βιογραφικό

Τσορτανίδης Ιωάννης (1900-1980), o Τσορτάντς ο Σαντέτες (Τσορτανίκας)

Ο Ιωάννης Τσορτανίδης γεννήθηκε το 1900 στην ενορία Πιστοφάντων της Σάντας του Πόντου. Ο πατέρας του Γεώργιος και η μητέρα του Παρθένα είχαν άλλα δύο παιδιά. Μετά το θάνατο της μητέρας του, όταν ο Τσορτάντς ήταν μόλις δύο ετών, η οικογένεια μετακόμισε στην Άσκοβα του Βατούμ, που ...είχε ιδρυθεί μερικά χρόνια νωρίτερα από συγγενείς και συγχωριανούς τους.

Γύρω στο 1921-1922 ο Τσορτάντς με τον μεγαλύτερο αδερφό του ήρθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν προσωρινά στην Καλαμαριά (ο πατέρας του είχε στο μεταξύ πεθάνει και η αδερφή τους είχε παντρευτεί και είχε παραμείνει στην Άσκοβα). Σύντομα γύρω από τον Τσορτάν θα συσπειρωθούν οι συμπατριώτες του Σανταίοι, ενώ οι Κρωμναίοι θα έχουν για δικό τους λυράρη μια θρυλική μορφή της ποντιακής μουσικής παράδοσης, το Σταύρη. Ωστόσο η γνωστή και από τον Πόντο αντιπαλότητα Σανταίων και Κρωμναίων δεν θα εμποδίσει τους δύο λυράρηδες να γίνουν στενοί φίλοι, μια φιλία που θα διατηρηθεί αδιατάρακτη μέχρι τον πρόωρο θάνατο του Σταύρη. 

Σύντομα ο Τσορτάντς και ο αδερφός του θα εγκαταλείψουν την Καλαμαριά και θα εγκατασταθούν σε ένα μικρό χωριό του νομού Κιλκίς, την Πλατανιά. Το 1925 ο Τσορτάντς θα παντρευτεί τη συμπατριώτισσά του Κυριακή Ιακωβίδου, η οικογένειά της οποία είχε έρθει επίσης από την Άσκοβα και είχε εγκατασταθεί στη Νέα Σάντα Κιλκίς. Το νεαρό ζευγάρι θα ζήσει για λίγο καιρό στην Πλατανιά και λίγο αργότερα θα εγκατασταθεί στη Νέα Σάντα.

Η έλευση του Τσιορτάν θα αποτελέσει «θείο δώρο» για τους κατοίκους της Νέας Σάντας, της μητρόπολης των προσφύγων της Σάντας του Πόντου, κυρίως διότι το χωριό δεν διέθετε την εποχή εκείνη καλό λυράρη, αφού από τους παλιούς σανταίους λυράρηδες ο μεν Τριανταφυλλίδης («Τσάντζιας» ) εγκατέλειψε σύντομα τη Νέα Σάντα για να εγκατασταθεί με την οικογένειά του στη Βεργίνα της Ημαθίας, ο δε Θεόδωρος Χειμωνίδης (Κακοχείμ’ς) ήταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία. Έτσι ο Τσορτάντς με την λύρα του θα βρεθεί στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής του χωριού και θα αποτελέσει το μόνιμο πρωταγωνιστή των αυθόρμητων γλεντιών που στήνονταν κάθε Κυριακή στα καφενεία.
Την περίοδο αυτή ο Τσορτάντς θα συνδεθεί στενά με το θρυλικό αρχηγό των ανταρτών της Σάντας, Ευκλείδη Κουρτίδη, ο οποίος είχε εγκατασταθεί επίσης στη Νέα Σάντα. Μεγάλος γλεντοκόπος και άφταστος χορευτής της Σέρας, ο Ευκλείδης θα έχει πάντα μαζί του στα γλέντια του το νεαρό Τσορτάν. Κι όταν λίγα χρόνια αργότερα, το 1937, ο Ευκλείδης θα σκοτωθεί σε ατύχημα κατά την επιστροφή του από ένα ακόμη γλέντι με τον Τσορτάν, ο τελευταίος θα του ανταποδώσει τη φιλία του με ένα συγκλονιστικό τρόπο: στο μνημόσυνο για τα σαράντα του καπετάνιου και ενώ οι συγγενείς και οι φίλοι του είναι μαζεμένοι στο καφενείο του χωριού, ο Τσορτάντς θα μπει αμίλητος με τη λύρα του, θα καθίσει σε μια άκρη και θα παίξει και θα τραγουδήσει το γνωστό τραγούδι που έγραψε για τον Ευκλείδη, διασκευάζοντας ένα γνωστό σαντέικο σκοπό. Ο θρήνος και ο οδυρμός που προκάλεσε στους φίλους και συμπολεμιστές του καπετάνιου το άκουσμα του τραγουδιού, έχει χαραχθεί ανεξίτηλα στη μνήμη όσων ήταν παρόντες.

Στο μεταξύ ο Τσορτάντς έχει αποκτήσει τρεις κόρες. Το 1939 κι ενώ βρίσκεται στην Αθήνα, καλεσμένος για τον ετήσιο χορό του Συλλόγου Αργοναύτες-Κομνηνοί, λαμβάνει με τηλεγράφημα το ευχάριστο νέο, ότι η οικογένεια αυξήθηκε με την έλευση ενός ακόμη μέλους, του πολυπόθητου γιού.

Στην περίοδο της Κατοχής ο Τσορτάντς, όπως και η μεγάλη πλειοψηφία των συγχωριανών του, θα ενταχθεί στο ΕΑΜ, χωρίς ωστόσο να λάβει ενεργό μέρος στις συγκρούσεις της εποχής. Μάλιστα από την περίοδο αυτή υπάρχει και μια ευτράπελη διήγηση: ήταν η εποχή που τα πάθη είχαν κάνει τα μέλη των δύο παρατάξεων να γλεντούν σε διαφορετικά καφενεία. Τα μέλη όμως της άλλης παράταξης δεν μπορούσαν να χωνέψουν ότι ο λυράρης του χωριού, τον οποίο και οι ίδιοι αγαπούσαν και εκτιμούσαν, είχε πάει με την άλλη πλευρά. Σκέφτηκαν λοιπόν να τον «συνετίσουν». Επειδή όμως σε κανέναν δεν έκανε καρδιά να τον πειράξει, ανέθεσαν σε φίλους τους από ένα γειτονικό -μη ποντιακό- χωριό, να τον «τρομάξουν». Τους είπαν μάλιστα ότι θα τον γνωρίσουν εύκολα, αφού συνηθίζει να γυρίζει τα βράδια στο σπίτι του από το καφενείο παίζοντας λύρα. Όταν όμως οι εντεταλμένοι κουκουλοφόροι ολοκλήρωσαν το έργο τους, οι «εντολείς» τους διαπίστωσαν έντρομοι ότι το θύμα του κατά παραγγελίαν ξυλοδαρμού δεν ήταν ο Τσορτάντς! Ήταν ο φίλος του ο Σταύρης που είχε έρθει νύχτα από την Καλαμαριά για να προμηθευτεί λίγο σιτάρι για την οικογένειά του και σκέφτηκε να ευχαριστήσει το φίλο του παίζοντας ένα σκοπό κάτω από το παράθυρό του. Όπως διηγούνται οι κόρες του Τσορτάν τα τραύματα του Σταύρη ήταν τόσο σοβαρά, που αναγκάστηκε να παραμείνει νοσηλευόμενος στο σπίτι τους επί αρκετές ημέρες.

Ο Τσορτάντς θα ζήσει όλη την υπόλοιπη ζωή του στη Νέα Σάντα εργαζόμενος ως γεωργός. Τη δεκαετία του 1960 θα συμμετάσχει με τη λύρα του στους χορούς και στις θεατρικές παραστάσεις που διοργάνωναν οι Νεοσανταίοι για να συγκεντρώσουν το ποσό που χρειαζόταν για την αποπεράτωση του Σπιτιού της Σάντας στην Παναγία Σουμελά. Θα παίξει στο Βασιλικό Θέατρο της Θεσσαλονίκης, στην Αθήνα, σε πόλεις και χωριά της Μακεδονίας, όπου ζούσαν συμπατριώτες του. Με μια μόνο εξαίρεση: τη θεατρική παράσταση που διοργανώθηκε για τους Σανταίους της περιοχής του Νευροκοπίου. Κι αυτό γιατί λόγω «κοινωνικών φρονημάτων» δεν μπόρεσε να πάρει την απαιτούμενη άδεια που ήταν τότε απαραίτητη για να εισέλθει κανείς στη λεγόμενη «επιτηρούμενη ζώνη», δηλαδή στις παραμεθόριες περιοχές της χώρας.

Το 1965, με τη χαλάρωση των αστυνομικών μέτρων της πρώτης μετεμφυλιακής περιόδου, ο Τσορτάντς πήρε άδεια να επισκεφθεί την τότε Ε.Σ.Σ.Δ. Πράγματι επέστρεψε στον τόπο που μεγάλωσε, ξανασυνάντησε την αδερφή του και την οικογένειά της και διασκέδασε με τη λύρα του για αρκετές εβδομάδες τους συμπατριώτες του Σανταίους της Γεωργίας.

Ο Τσορτάντς, όπως και όλοι οι υπόλοιποι λυράρηδες της γενιάς τους που είχαν εγκατασταθεί στα χωριά της Βόρειας Ελλάδας, δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να αποτυπώσει την τέχνη του σε κάποιο δίσκο. Άλλωστε, απ’ ότι διηγούνται οι παλαιοί , το μεγάλο ταλέντο του δεν ήταν τόσο το παίξιμό του αυτό καθ’ εαυτό, όσο η μοναδική ικανότητα που διέθετε στο στήσιμο του χορού. Εξαιρετικός τραγουδιστής και χαρισματικός στιχοπλόκος, μικροκαμωμένος και αεικίνητος, γύριζε «άμον ζυγοΰρα απέσ’ σο χορόν», καθοδηγώντας τους χορευτές. Ηλικιωμένοι συγχωριανοί του θυμόντουσαν ότι τη δεκαετία του ’30 ο Τσιορτάντς «εγούρευεν» χορούς έξι κύκλων, τους οποίους κατόρθωνε να συντονίζει τέλεια παρά την απουσία ηχητικών εγκαταστάσεων. Ο δε Γώγος, που γνώριζε καλύτερα από τον καθένα τα μυστικά της τέχνης των παραδοσιακών λυράρηδων είχε πει κάποτε στο Στάθη Ευσταθιάδη ότι «τον Τσορτάν για να ακούς ατον, πρέπ’ να αφίντς ατον να παίζ΄κάμποσα ώρας, να ξάφ’νε τα δάχτυλα τ’ κι επεκεί να παίζ’»

Το 1969 ο Τσορτάντς παραχώρησε μια συνέντευξη στον στο λαογράφο Σίμο Λιανίδη, ο οποίος παλαιότερα, το 1951, είχε δημοσιεύσει σε ποντιακό περιοδικό της εποχής το πρώτο καλλιτεχνικό πορτραίτο του παλαίμαχου λυράρη. Ολόκληρη η συνέντευξη, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Τσορτάντς παίζει και τραγουδά το τραγούδι του Καπετάν Ευκλείδη, βρίσκεται σήμερα κατατεθειμένη στο αρχείο της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών στην Αθήνα και αποτελεί το μοναδικό ηχητικό ντοκουμέντο της καλλιτεχνικής του παρουσίας. 

Ο «Γιάννες» ο Τσορτάντς πέθανε το 1983 στη Νέα Σάντα Κιλκίς. 

Δημήτρης Πιπερίδης
Δημοσιεύθηκε στο τεύχος Νο 4 του περιοδικού Άμαστρις (Σεπτέμβριος 2009)


 

Ioannis Tsor­tantidis (1900–1980), Tsor­tants the Santetes (Tsor­tanikas)

Ioannis Tsor­tantidis was born in 1900 in the parish of Pisto­fandon in Santa, Pontos. His father Georgios and his mother Parthena had two other children. After his mother’s death, when Tsor­tants was only two years old, the family moved to Askova in Batumi, which had been founded a few years earlier by their relatives and fellow villagers.

Around 1921–1922, Tsor­tants and his older brother came to Greece and temporarily settled in Kalamaria (his father had meanwhile passed away, and their sister had married and remained in Askova). Soon, his fellow villagers from Santa gathered around Tsor­tants, while the villagers from Kromni had as their own lyra player a legendary figure of Pontian musical tradition, Stavris Petridis. However, the well-known rivalry between the Santetes and the Krometes—dating back to Pontos—did not prevent the two lyra players from becoming close friends, a friendship that remained unbroken until Stavris’ untimely death.

Soon Tsor­tants and his brother left Kalamaria and settled in the small village of Platania in the prefecture of Kilkis. In 1925, Tsor­tants married his fellow villager Kyriaki Iakovidou, whose family had also come from Askova and settled in Nea Santa, Kilkis. The young couple lived briefly in Platania before eventually settling in Nea Santa.

Tsor­tants’ arrival was considered a “divine gift” for the residents of Nea Santa—the metropolis of the refugees from Santa of Pontos—mainly because the village at that time lacked a good lyra player. Of the older lyra players from Santa, Triantafyllidis (“Tsantzias”) had soon left Nea Santa to settle with his family in Vergina, Imathia, while Theodoros Chimonidis (Kakoshims) was already advanced in age. Thus, Tsor­tants and his lyra became central to the village’s social life, serving as the permanent protagonist of the spontaneous celebrations held every Sunday in the coffeehouses.

During this period, Tsor­tants formed a close bond with the legendary leader of the Santa guerrillas, Efkleidis Kourtidis, who had also settled in Nea Santa. A great reveler and unmatched dancer of the Sera dance, Efkleidis always had the young Tsor­tants by his side at festivities. A few years later, in 1937, when Efkleidis was killed in an accident while returning from yet another celebration with Tsor­tants, the latter repaid his friendship in a deeply moving way. At the forty-day memorial service for the captain, as relatives and friends gathered in the village coffeehouse, Tsor­tants entered silently with his lyra, sat in a corner, and played and sang the well-known song he had written for Efkleidis, adapting a familiar melody from Santa. The lament and grief the song stirred among the captain’s friends and fellow fighters remained indelibly etched in the memory of those present.

Tsor­tants had three daughters. In 1939, while in Athens as a guest performer for the annual ball of the Argonaftes-Komninoi Association, he received a telegram with the joyful news that his family had grown with the birth of the long-awaited son.

During the Occupation, Tsor­tants, like the vast majority of his fellow villagers, joined EAM, though he did not actively participate in the conflicts of the time. An amusing anecdote survives from this period: passions had led members of the two political factions to celebrate in separate coffeehouses. Members of the opposing faction could not accept that the village lyra player—whom they also loved and respected—had sided with the other camp. They decided to “teach him a lesson.” Yet none of them had the heart to harm him, so they assigned friends from a neighboring non-Pontian village to “frighten” him. They told them they would easily recognize him, as he usually returned home at night from the coffeehouse playing his lyra. When the masked men carried out the assault, however, the instigators realized in horror that the victim was not Tsor­tants—it was his friend Stavris, who had come at night from Kalamaria to obtain some wheat for his family and thought to thank his friend by playing a tune beneath his window. According to Tsor­tants’ daughters, Stavris’ injuries were so severe that he had to remain bedridden in their home for several days.

Tsor­tants spent the rest of his life in Nea Santa working as a farmer. In the 1960s, he participated with his lyra in dances and theatrical performances organized by the people of Nea Santa to raise funds for the completion of the House of Santa at Panagia Soumela. He performed at the Royal Theatre of Thessaloniki, in Athens, and in cities and villages throughout Macedonia where fellow countrymen lived—except for one performance organized for the Santetes of the Nevrokopi region. Because of his “social beliefs,” he was unable to obtain the necessary permit required at the time to enter the so-called “supervised zone,” that is, the border regions of the country.

In 1965, with the relaxation of police measures of the early post–Civil War period, Tsor­tants received permission to visit the USSR. He returned to the place where he had grown up, reunited with his sister and her family, and for several weeks entertained his fellow Santetes in Georgia with his lyra.

Like all the lyra players of his generation who had settled in the villages of northern Greece, Tsor­tants never had the opportunity to record his art on a record. According to the elders, however, his greatest talent was not merely his playing itself but his unique ability to lead and organize the dance. An excellent singer and gifted lyra player, small in stature and ever energetic, he would move “like a spinning top within the circle,” guiding the dancers. Elderly villagers recalled that in the 1930's Tsor­tants would lead dances of six circles, coordinating them perfectly despite the absence of sound equipment. Gogos, who knew better than anyone the secrets of traditional lyra artistry, once told Stathis Efstathiadis: “To truly hear Tsor­tants, you must let him play for several hours, until his fingers warm up—then he truly begins to play.”

In 1969, Tsor­tants gave an interview to the folklorist Simos Lianidis, who earlier, in 1951, had published in a Pontian magazine the first artistic portrait of the veteran lyra player. The entire interview—during which Tsor­tants plays and sings his song for Captain Efkleidis—is now preserved in the archive of the Committee for Pontian Studies in Athens and constitutes the only audio document of his artistic presence.

“Giannes” Tsor­tants died in 1983 in Nea Santa, Kilkis.

Dimitris Piperidis
Published in Issue No. 4 of Amastris (September 2009)

 




Δισκογραφίες - Ηχογραφήσεις
 ΤΟΞΑΡΕΑΣ ΑΜΑΡΑΝΤΑ (2019)
 ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ (2006)
 ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (2006)
 Ο ΝΙΚΟΝ ΠΑΙΖ' ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΕΙ (2005)
 ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ (NS 703) (2005)
 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ - 100% ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ (2003)
 ΝΑ ΠΑΙΡΤΣ ΤΗ ΜΑΝΑΣ ΤΗΝ ΕΥΧΗΝ (1996)
 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΛΑΟΥ - ΜΕ ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ - ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ 1 (1994)
 ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ Νο1 & Νο2 (1994)
 ΜΑΚΕΔΩΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕ (1993)
 ΤΑ ΣΑΝΤΕΤ΄ΚΑ (1992)
 ΠΑΟΚ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ Νο1 (1985)
 ΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΤΟΥ Π. ΛΑΖΑΡΙΔΗ Νο2 (1983)
 ΡΙΖΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: ΠΟΝΤΟΣ (1981)
 ΤΑ ΧΟΡΕΥΤΙΚΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ (1979)
 ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΗ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ (1977)
 ΧΑΡΕΣ ΚΑΙ ΠΙΚΡΕΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ (1977)
 ΣΤΑ ΑΥΘΕΝΤΙΚΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ (1976)
 ΠΟΝΤΙΑΚΑ - ΝΙΚΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ (1975)
 ΠΟΝΤΙΑΚΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ