Καλλιτέχνες → ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΥΛΗΣ
Πληροφορίες
Ιδιότητα: Λύρα, Συνθέτης, ΤραγούδιΚαταγωγή: Καρς - Κρύα Βρύση Πέλλας
Ημ/νία γέννησης: 15-04-1936
Ημ/νία θανάτου: 23-08-2007
Πόλη διαμονής: Θεσσαλονίκη
Χώρα διαμονής: Ελλάδα
Youtube: https://bit.ly/GiorgoulisKougioumtzidisYT
Βιογραφικό
Ο Γιωργούλης Κουγιουμτζίδης γεννήθηκε το 1936 στη Νέα Ζωή Πέλλας. Ήταν το τρίτο από τα πέντε παιδιά του Ανδρέα και της Σοφίας Παυλίδου. Η απώτερη καταγωγή των γονιών του ήταν από το Τσιφλίκ και τη Θέμπεδα της Αργυρούπολης αντίστοιχα, αλλά οι ίδιοι γεννήθηκαν στο Κιουλεπέρτ του Αρταχάν του Καρς.
Το 1922, η οικογένεια του Ανδρέα έφτασε στην Καλαμαριά και μετά το 1924 εγκαταστάθηκαν λόγω του λιμού στη Νέα Ζωή. Ο παππούς του Γιωργούλη, Αναστάσης, ήταν μερακλής και στην Καλαμαριά πολλές φορές γλέντησε με τον Σταύρη Πετρίδη, με τον οποίον μάλιστα απέκτησε και φιλικές σχέσεις. Ο Ανδρέας από την ηλικία των δεκατριών παρακολουθούσε τα «μουχαπέτια» που έκανε ο πατέρας του με τον Σταύρη, από τον οποίο έμαθε αρκετά για τη λύρα, καθώς ο ίδιος προθυμοποιήθηκε να του δείξει τα δύο χρόνια που παρέμειναν στην Καλαμαριά. Ο Αντρέας έπειτα στη Νέα Ζωή συμμετείχε σε γλέντια, παρέες και γάμους παίζοντας λύρα.
Το 1938 αποξηράνθηκε η λίμνη των Γιαννιτσών και η κυβέρνηση παραχωρούσε χωράφια στους αγρότες. Έτσι, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Κρύα Βρύση Πέλλας.
Ο Γιωργούλης ξεκίνησε από την ηλικία των πέντε χρονών να παίζει λύρα, ακούγοντας αρχικά τον πατέρα του. Η μητέρα του προσπαθούσε να τον αποτρέψει από την τέχνη αυτή με σκοπό να μάθει γράμματα και να είναι καλός στα μαθήματα του σχολείου. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε σε συνέντευξη του στον Παναγιώτη Θεοδωρίδη: «Ο μπαμπάς μου σκάλιζε κι έπαιζε λύρα η μαμά μου δε μ’ άφηνε να πάω να μάθω λύρα, ήθελα να μάθω γράμματα. Εμένα η μανία μου ήταν στη λύρα. Σκαμνία, φορκάλι͜α (σκούπες χειρός από άχυρα) από πίσω μου (έριχνε) να μην παίξω να μην έχω την τύχη του πατέρα μου, δηλαδή της μάνας μου που ο πατέρας μου ξενυχτούσε στους γάμους».
Ο ίδιος έπαιζε για ώρες κρυφά μέσα στο στάβλο, καθώς ήταν ερωτευμένος με το όργανο και η εξέλιξή του ήταν ραγδαία. Κάποτε σε ένα γάμο, στον οποίο έπαιζε ο Αντρέας, όταν αυτός έφυγε με την παρέα του γαμπρού να φέρουν τη νύφη, κάποιοι χωριανοί παρότρυναν τον Γιωργούλη να παίξει μέχρι να έρθει η γαμήλια πομπή. Όταν ο Αντρέας ερχόμενος άκουσε τον Γιωργούλη να παίζει, συνειδητοποίησε το ταλέντο του γιου του και έπεισε τη σύζυγό του να τον προτρέψουν στο να εξελιχθεί περαιτέρω.
Σε ηλικία δώδεκα ετών, και ενώ ήδη έπαιζε αρκετά περίτεχνα, ο Γιωργούλης στάλθηκε ως οικότροφος στο σπίτι του Γώγου Πετρίδη, για να μαθητεύσει δίπλα του. Είναι σημαντικό να αναφερθεί πως ο Αντρέας είχε ήδη πολύ καλές σχέσεις με τον Γώγο, καθώς γνωρίζονταν από την παραμονή της οικογένειας για δύο χρόνια στην Καλαμαριά. Ύστερα από έναν μήνα ο Γιωργούλης επέστρεψε στην Κρύα Βρύση και η αλλαγή στο παίξιμό του ήταν έκδηλη.
Ο Γιωργούλης έτρεφε απεριόριστο σεβασμό και θαυμασμό για τον δάσκαλό του, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Δεν ξαναβγαίνει ο Γώγος. Ο άνθρωπος γεννήθηκε για τη λύρα. Τέτοια λύρα δεν θα ξαναβγεί».
Ξεκινώντας τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα, είχε μανία με τη λύρα και ήταν τόσο προσηλωμένος σε αυτή που δεν ήθελε να πάει σχολείο. Από την Κρύα Βρύση ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά σε γάμους, ενώ ήταν ακόμα πολύ νέος, και παρέμεινε εκεί μέχρι το 1960. Όπως αναφέρει, εκείνη την εποχή ήταν διαφορετικά τα πράγματα, με άλλου είδους γλέντια και χωρίς πονηριά μεταξύ των ανθρώπων. Έπαιζαν μουσική σε αυλές, αχυρώνες και κλειστούς χώρους, όπου μαζευόταν ο κόσμος της γειτονιάς. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, έπαιζε λύρα και διασκέδαζε τον κόσμο. Παράλληλα, τον καλούσαν τηλεφωνικά για να διδάξει λύρα σε παιδιά στα Γιαννιτσά και στη Νέα Νικομήδεια, παρόλο που ήταν μόλις δεκατριών ετών. Από εκείνη την περίοδο ξεκίνησαν οι επαγγελματικές του εμφανίσεις σε γάμους.
Όσον αφορά την προσωπική του ζωή, το 1961 παντρεύτηκε τη σύζυγό του Μιράντα και μετακόμισαν στη Θεσσαλονίκη το 1962. Το 1962 γεννήθηκε ο γιος του Ανδρέας και το 1967 ο Παναγιώτης. Το 1962 ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα με το Χρύσανθο Θεοδωρίδη.
Η συνεργασία του με τον Χρύσανθο Θεοδωρίδη αποτέλεσε σταθμό στην ποντιακή μουσική: «Με πήρε τηλέφωνο ο Ευσταθιάδης, να κατέβω στη Θεσσαλονίκη, να με βάλει στα ραδιόφωνα. Ήταν καλός λαογράφος και συγγραφέας … Ο κόσμος, όταν άκουσε λύρα, δεν μπορούσε να καταλάβει αν παίζει κάποιο μωρό ή αν παίζει λύρα ο Γώγος, ήμουν τότε είκοσι τέσσερα χρονών… Ο Χρύσανθος μάλωσε με τον Γώγο και ήρθε μαζί μου, δέχθηκε και δέχθηκα να κάνουμε συνεργασία και ξεκινήσαμε το 1962 στου Μεταξά (μαγαζί στην Πολίχνη) μέχρι παραμονές του 1964. Συνεργασία είχαμε είκοσι χρόνια μαζί».
Για τον Χρύσανθο Θεοδωρίδη έτρεφε βαθύ σεβασμό: «Παιδιά, αυτός ο άνθρωπος δεν ξαναβγαίνει, δεν ξαναγεννιέται. Αυτός ο άνθρωπος ήτανε ιστορία. Το ποντιακό στερέωμα έχει χάσει έναν μεγάλο καλλιτέχνη ο οποίος λεγότανε «Χρύσανθος». Όλος ο ποντιακός λαός πενθεί αυτόν τον άνθρωπο. Πενθεί. Ήταν τραγουδιστής με όλη τη σημασία της λέξεως. Όποιο κομμάτι και να τραγουδούσε έπρεπε να το πει στην εντέλεια. Και τα δίστιχα τα έγραφε ο ίδιος. Δεν έπαιρνε από κανέναν άλλο. Τον είχα στο σπίτι μου εγώ δύο χρόνια. Έμενε μαζί μου. Όλη τη νύχτα έγραφε. Όλη τη νύχτα έγραφε δίστιχα».
Η δισκογραφική πορεία του Γιωργούλη Κουγιουμτζίδη υπήρξε πλούσια και σημαντική: «Δισκογραφία έβγαλα καλή μαζί του, στην «Columbia» όλα, 124 επιτυχίες, 36-37 επτά μικρά και τα υπόλοιπα σε μεγάλα. Παράλληλα, πηγαίναμε σε πανηγύρια, σε γάμους, όπου και αν μας καλούσαν, δεν προλαβαίναμε να αλλάξουμε πουκάμισο, από το ένα στο άλλο».
Συνολικά, για τις ηχογραφήσεις του αναφέρει: «Όλες οι επιτυχίες (μου) γύρω στις 400. Όλα αυτά 400 επιτυχίες είναι. Με τον Παπαδόπουλο (Χρήστο), με τον Καραπαναγιωτίδη (Κώστα), με τον Δημητριάδη (Γιώργο), με τον Νικολαΐδη τον Γιώργο, με τον Γαβριηλίδη (Γιώτη)».
Ο Γιωργούλης Κουγιουμτζίδης έπαιξε σε 58 εκπομπές του Φάρου Ποντίων, συνοδεύοντας τον Χρύσανθο, τον Στάθη Ευσταθιάδη και τη χορωδία του συλλόγου. Επειδή οι εκπομπές εξέπεμπαν στα μεσαία, η εκπομπή ακουγόταν σε όλη την Ελλάδα αλλά και εκτός συνόρων, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε όλους να τις ακούσουν.
Για τον Στάθη Ευσταθιάδη και τη συμβουλή που του έδωσε, ο Γιωργούλης θυμάται: «Μια κουβέντα μου είπε ο Ευσταθιάδης. "Πρόσεξε Γούλη" λέει "τη λύρα σου. Δεν μπορείς να φανταστείς τί λύρα παίζεις. Μην την αλλοιώσεις. Εκεί που είναι το δάχτυλο σου εκεί θα παραμείνει μέχρι που να σταματήσεις"».
Η δισκογραφία του με τον Χρύσανθο μπορεί να θεωρηθεί μια καμπή για την ποντιακή μουσική, καθώς και ένα άλμα σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης των ποντιακών τραγουδιών από μια λύρα και μια φωνή. Τα κομμάτια μπορούν να θεωρηθούν ολοκληρωμένα από κάθε άποψη (εισαγωγή, κύριος σκοπός, τελείωμα-φινάλε).
Για το τέλος της επαγγελματικής του πορείας, ο Γιωργούλης αναφέρει: «Η δική μου καριέρα στα κέντρα συνέχισε μέχρι το 1988 και σταμάτησα, γιατί μπήκαν στα πόδια μου μπουζούκια και λαϊκοί τραγουδιστές. Ερχόταν ο κόσμος από διάφορα μέρη, να ακούσει Κουγιουμτζίδη και Κουγιουμτζίδη δεν άκουγε, άκουγε λαϊκά…»
Για τις ιδιαίτερες συνθήκες των εμφανίσεων εκείνης της εποχής αναφέρει: «Ο κόσμος εκείνα τα χρόνια διασκέδαζε. Εμείς έπρεπε να παίζουμε ασταμάτητα όλη τη νύχτα. Θυμάμαι μια φορά στην Πτολεμαΐδα, για να κρατηθούμε ξυπνητοί με τον Χρύσανθο, βουτούσαμε τα κεφάλια μας μέσα σε γούρνα με νερό. Παίζαμε ασταμάτητα ως το πρωί. Τότε όλα ήταν διαφορετικά. Σήμερα και πάλι ο κόσμος θέλει να διασκεδάσει, αλλά δεν έχει χρήματα…»
Όταν ρωτήθηκε για το αγαπημένο του κομμάτι, απάντησε: «Όλα τα κομμάτια που έπαιξα δεν είναι αλλοιωμένα, είναι ολοκληρωμένα, αλλά για εμένα αυτό που με συγκινεί είναι ο "Μονόγιαννες", που δεν μπορεί κανένας άλλος να το παίξει εκτός από τον Γώγο και εμένα. Ο Γώγος δεν ξαναβγαίνει, είχε γεννηθεί για την λύρα».
Σύμφωνα με τον Ανδρέα Κουγιουμτζίδη, γιο του Γιωργούλη: «Το παίξιμό του είναι πολύ διαφορετικό με αυτό του Γώγου, τον οποίον και λάτρευε σαν λυράρη. Τα τρέμουλα, τα σπασίματα και η ροή του τοξαριού του είναι ξεχωριστά και πρωτότυπα. Ο Γιωργούλης σε αντίθεση με τον Γώγο χρησιμοποιούσε παραπάνω δακτυλισμούς και λιγότερα τοξάρια, τα οποία κατά μια έννοια στρογγυλοποιούσε. Ο Γώγος έπαιζε στακάτα, οι τέσσερις τοξαριές του ήταν δύο του πατέρα μου. Ο Γιωργούλης ήταν μελωδικός και παραπονιάρης στην έκφρασή του, ο ήχος του γεμάτος ισοκράτες και οι τοξαριές του αρμονικές σαν μια συνεχόμενη και ατέλειωτη αλυσίδα. Πολλές φορές σού έδινε την εντύπωση πως έπαιζε συγχρόνως και στις τρεις χορδές».
Επίσης, ο Ανδρέας προσθέτει: «Ο πατέρας μου ποτέ δεν έκατσε να μού δείξει λύρα, κάποιες φορές με συμβούλεψε για το τι έπρεπε να κάνω ή να μην κάνω στο παίξιμό μου. Πήγαινα από μικρός στα μαγαζιά που έπαιζε και τον άκουγα. Έμαθα ακουστικά, γιατί από παιδί τον είχα μέσα στα αυτιά μου. Σαν άνθρωπος ήταν χιουμορίστας, ευαίσθητος, προστατευτικός όσον αφορά τους κοντινούς του και πάντα ενθάρρυνε τους νέους να μάθουν να παίζουν λύρα και να κρατήσουν ζωντανή την παράδοση».
Ο Γιωργούλης είχε εκφράσει τις ανησυχίες και τις σκέψεις του για το μέλλον της ποντιακής μουσικής και διαλέκτου: «Η κάθε περιοχή του Πόντου έχει τα δικά της κομμάτια. Επομένως, υπάρχει πολύ υλικό προς μελέτη… Η λύρα δεν πρόκειται να σβήσει ποτέ, γιατί σχηματίζει σταυρό. Η διάλεκτος, όμως, κινδυνεύει. Γι’ αυτό, τα νέα παιδιά πρέπει να μιλούν περισσότερο, για να σπάσει η γλώσσα τους και να τραγουδούν καλύτερα…»
Για τους νέους μουσικούς, συμβούλευε: «Οι νέοι λυράρηδες και τραγουδιστές πρέπει να μελετήσουν τα πατήματα του Γώγου κι ας γνωρίζουν και τα νεοποντιακά, αλλά με μέτρο. Δεν γίνεται να μελοποιούμε ποντιακό στίχο με λιβανέζικη μουσική… Να είναι καλά (οι νέοι) και να συνεχίσουν ν’ ασχολούνται με την παραδοσιακή μουσική, να μην ξεχαστεί. Άλλωστε υπάρχουν πολλά κομμάτια παραδοσιακά για μια ζωή ακόμα».
Η Θωμαΐς Κιζιρίδου γράφει στην εφημερίδα «Πόντος» το 2007: «Από την παιδική του ηλικία θεωρούσε τη λύρα δώρο Θεού. Από την πρώτη στιγμή που την έπιασε στα χέρια του κατάλαβε ότι θα γινόταν αιώνιος εραστής της. Θαυμαστής κι άοκνος μελετητής του κορυφαίου Γώγου, είχε την τύχη, κατά τη διάρκεια της πορείας του στο μουσικό σοκάκι της ποντιακής παράδοσης να συναντήσει δυο άοκνους πρεσβευτές της: τον Στάθη Ευσταθιάδη και τον αείμνηστο Χρύσανθο Θεοδωρίδη. Και το όνομα αυτού, Γιωργούλης Κουγιουμτζίδης».
Ο Ματθαίος Τσαχουρίδης γράφει για τον Γιωργούλη: «Οι γενιές των Ποντίων λυράρηδων οφείλουν πολλά στον λυράρη του Πόντου, Γιωργούλη Κουγιουμτζίδη. Τού οφείλουν τον ανάλογο σεβασμό και τιμή, όπως και αυτή του Γώγου Πετρίδη. Διότι ο Γιωργούλης Κουγιουμτζίδης ήταν και αυτός πρότυπο γενεών Ποντίων λυράρηδων με την μοναδική τεχνική του και μουσική του εκτέλεση. Διότι ο Γιωργούλης δεν στέρησε ποτέ από τους λάτρεις της ποντιακής λύρας την "τέχνη" του και την τεχνική του επάνω στο όργανο. Δεν στέρησε το "αυτί" των Ποντίων από τις αναρίθμητες επίσημες και μη μουσικές ηχογραφήσεις που άφησε. Ο Γιωργούλης ήταν παρών και έκανε το καθήκον του ως λυράρης και ως συνεχιστής της ποντιακής μουσικής παράδοσης καλύτερα από κάθε άλλον λυράρη της μουσικής ιστορίας των Ποντίων. Το ρεπερτόριο της μουσικής μας παράδοσης θα ήταν τρομακτικά φτωχότερο και μη εξελίξιμο χωρίς την έντονη παρουσία του ήχου της λύρας του Γιωργούλη Κουγιουμτζίδη. Διότι, κάποιοι, δυστυχώς, στέρησαν από τη δίψα των νέων Ποντίων μουσικών και την τέχνη τους, αλλά και το ρεπερτόριο της μουσικής μας. Τον βλέπω ως ένα "αθέατο άγαλμα", να κρατά την λύρα που αγάπησε στα χέρια του και να δίνει το παράδειγμα προς μίμηση σε όλους εμάς, τους νεότερους συνεχιστές, να προσπαθήσουμε να δώσουμε ακόμη πιο πολλά στην τέχνη της ποντιακής λύρας και στην εξέλιξη του ήχου της. Αυτός ήταν και αυτός πρέπει να είναι και σήμερα ο Γιωργούλης Κουγιουμτζίδης».
Απεβίωσε το 2007 σε ηλικία 71 χρονών αφήνοντας μία τεράστια μουσική παρακαταθήκη και κληρονομιά.
Giorgoulis Kougioumtzidis was born in 1936 in Nea Zoi, Pella. He was the third of five children of Andreas and Sofia Pavlidou. His parents’ more distant origins were from Tsiflik and Thempeda of Argyroupolis respectively, though they themselves were born in Kioulepert of Artahan in Kars.
In 1922, Andreas’s family arrived in Kalamaria, and after 1924 they settled in Nea Zoi due to the famine. Giorgoulis’s grandfather, Anastasios, was a passionate music lover, and in Kalamaria he often celebrated and played music with Stavris Petridis, with whom he also developed friendly relations. From the age of thirteen, Andreas attended the mouhapetia (musical gatherings) that his father held with Stavris, from whom he learned a great deal about the lyra, as Stavris willingly taught him during the two years they remained in Kalamaria. Later, in Nea Zoi, Andreas took part in feasts, gatherings, and weddings, playing the lyra.
In 1938, Lake Giannitsa was drained and the government allocated farmland to farmers. Thus, the family settled in Krya Vrysi, Pella.
Giorgoulis began playing the lyra at the age of five, initially by listening to his father. His mother tried to discourage him from this art so that he would focus on his studies and do well in school. As he characteristically recalled in an interview with Panagiotis Theodoridis:
“My father carved and played the lyra; my mother wouldn’t let me go learn the lyra—she wanted me to learn my education. My obsession was the lyra. She would throw stools and hand brooms behind me so I wouldn’t play, so I wouldn’t have my father’s fate—because my father stayed up all night at weddings.”
He practiced secretly for hours in the stable, as he was in love with the instrument, and his progress was rapid. Once, at a wedding where Andreas was playing, when he left with the groom’s party to fetch the bride, some villagers urged Giorgoulis to play until the wedding procession returned. When Andreas came back and heard Giorgoulis playing, he realized his son’s talent and convinced his wife to encourage his further development.
At the age of twelve, already playing with considerable refinement, Giorgoulis was sent as a boarder to the home of Gogos Petridis to apprentice under him. It is important to note that Andreas already had very good relations with Gogos, as they had known each other during the family’s two-year stay in Kalamaria. After one month, Giorgoulis returned to Krya Vrysi, and the change in his playing was evident.
Giorgoulis held boundless respect and admiration for his teacher, stating:
“Gogos will never come again. The man was born for the lyra. Such a lyra will never appear again.”
As he began his professional steps, he was obsessed with the lyra and so devoted to it that he did not want to attend school. From Krya Vrysi, he began playing professionally at weddings while still very young and remained there until 1960. As he notes, things were different back then, with a different kind of celebration and without cunning among people. Music was played in courtyards, barns, and enclosed spaces, where the neighborhood gathered. Despite his young age, he played the lyra and entertained the people. At the same time, he was called by telephone to teach lyra to children in Giannitsa and Nea Nikomidia, even though he was only thirteen. From that period began his professional appearances at weddings.
Regarding his personal life, in 1961 he married his wife Miranda, and they moved to Thessaloniki in 1962. In 1962 his son Andreas was born, and in 1967 Panagiotis. In 1962 he began his professional career with Chrisanthos Theodoridis.
His collaboration with Chrisanthos Theodoridis was a milestone in Pontian music:
“Efstathiadis called me to come down to Thessaloniki to put me on the radio. He was a good folklorist and writer… When people heard the lyra, they couldn’t tell whether a child was playing or whether it was Gogos playing the lyra—I was twenty-four then… Chrisanthos quarreled with Gogo and eventually decided to perform with me. He agreed, and I agreed, to collaborate, and we started in 1962 at Metaxas’s place (a venue in Polichni) until the eve of 1964. We collaborated for twenty years.”
He held deep respect for Chrisanthos Theodoridis:
“My children, this man will never appear again, he will never be born again. He was history. The Pontian firmament has lost a great artist named ‘Chrisanthos.’ All the Pontian people mourn him. He was a singer in the fullest sense of the word. Whatever piece he sang, he had to perform it perfectly. And he wrote the lyrics himself—he didn’t take them from anyone else. He stayed at my house for two years. He lived with me. All night he wrote. All night he wrote lyrics.”
Giorgoulis Kougioumtzidis’s discography was rich and significant:
“I released a good discography with him, all at Columbia—124 hits, 36–37 small records and the rest large ones. At the same time, we went to festivals, weddings, wherever we were called; we didn’t even have time to change shirts from one to the next.”
Overall, regarding his recordings, he states:
“All my hits—around 400. All of them are hits. With Papadopoulos (Christos), Karapanagiotidis (Kostas), Dimitriadis (Giorgos), Nikolaidis (Giorgos), Gavrielidis (Giotis).”
Giorgoulis played in 58 broadcasts of the Faros Pontion, accompanying Chrisanthos, Stathis Efstathiadis, and the association’s choir. Because the broadcasts were on medium wave, they were heard throughout Greece and beyond its borders, giving everyone the opportunity to listen.
Regarding Stathis Efstathiadis and the advice he gave him, Giorgoulis recalls:
“He told me one thing: ‘Be careful, Goulis, with your lyra. You don't realize what a lyra you play. Don’t alter it. Where your finger is, there it must remain until you ultimately stop.’”
His discography with Chrisanthos can be considered a turning point for Pontian music, as well as a leap in the manner of performing Pontian songs with a lyra and a voice. The pieces can be considered complete in every respect (introduction, main theme, ending/finale).
Regarding the end of his professional career, Giorgoulis notes:
“My career in the music halls continued until 1988, and I stopped because bouzoukis and popular singers got in my way. People came from various places to hear Kougioumtzidis, and they didn’t hear Kougioumtzidis—they heard laika music…”
On the particular conditions of performances at that time, he says:
“People enjoyed themselves in those years. We had to play nonstop all night. I remember once in Ptolemaida, to stay awake with Chrisanthos, we dunked our heads in a trough of water. We played nonstop until morning. Everything was different then. Today people still want to have fun, but they don’t have money…”
When asked about his favorite piece, he answered:
“All the pieces I played are unaltered and complete, but what moves me is ‘Monogiannes,’ which no one else can play except Gogos and me. Gogos will never come again—he was born for the lyra.”
Δισκογραφίες - Ηχογραφήσεις
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΜΟΥΧΑΠΕΤ (2023)
ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ (2015)
ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟ - ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΧΟΡΟΙ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ (2013)
ΑΝΕΒΖΗΓΟΣ ΑΡΟΘΥΜΙΑ (2003)
ΛΥΡΑΡΗΔΕΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ (1995)
ΚΑΛΑΜΑΡΙΑ 1915-1925 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ (2η έκδοση) (2002)
ΕΝ ΧΟΡΔΑΙΣ ΩΔΗ ΜΕ ΑΡΩΜΑ ΕΥΞΕΙΝΟΥ (2001)
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ (1995)
ΟΙ ΠΟΝΤΙΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΣΟΥΞΕ ΤΟΥΣ (1994)
ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ (1994)
ΠΑΤΡΙΔΑ Μ' ΠΟΝΕΜΕΝΟΝ (1992)
ΚΑΛΩΣ ΕΡΘΕΤΕΝ ΑΔΕΛΦΙΑ (1990)
ΑΣ ΣΗΝ ΡΙΖΑΝ ΣΑ ΚΛΑΔΙΑ (1990)
ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ (1987)
ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ - Γ. ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΙΔΗ (1984)
ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΠΟΝΤΟΣ (1981)
Vasipap VAS 165 (1979)
ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ Νο3 (1979)
ΕΠΙΜΕΝΩ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ (1978)
Βεράν ΒΕΡ 102 (1978)
Βεράν ΒΕΡ 101 (1978)
ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ (1978)
ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ Νο2 (1978)
ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ (1977)
ΑΗΤΕΝΤΣ ΕΠΑΡΑΠΕΤΑΝΕΝ (1977)
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ Νο2 (1975)
ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ Νο1 (1975)
Ελλη EL 905 (1975)
Ελλη EL 906 (1975)
Ελλη EL 907 (1975)
Ελλη EL 908 (1975)
Ελλη EL 909 (1975)
Ελλη EL 904 (1974)
Ελλη EL 901 (1974)
Ελλη EL 902 (1974)
Ελλη EL 903 (1974)
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ (1973)
His Master's Voice 7PG 8193 (1973)
His Master's Voice 7PG 8161 (1973)
His Master's Voice 7PG 8151 (1973)
His Master's Voice 7PG 8166 (1973)
His Master's Voice 7PG 8131 (1972)
His Master's Voice 7PG 8118 (1972)
His Master's Voice 7PG 8201 (1972)
His Master's Voice 7PG 8064 (1971)
His Master's Voice 7PG 8016 (1971)
His Master's Voice 7PG 8048 (1970)
His Master's Voice 7PG 8047 (1970)
His Master's Voice 7PG 8017 (1970)
Columbia SCDG 3628 (1967)
Columbia SCDG 3710 (1967)
Columbia SCDG 3685 (1967)
Columbia SCDG 3626 (1966)
Columbia SCDG 3627 (1966)
Columbia SCDG 3652 (1966)
Columbia SCDG 3427 (1964)
Columbia SCDG 3476 (1964)
Columbia SCDG 3426 (1964)
Columbia SCDG 3495 (1961)
ΕΤΑΙΡΟΝ ΚΙ Η ΛΥΓΕΡΗ - ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ (1998)
ΚΑΛΑΜΑΡΙΑ 1915-1925 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ (2η έκδοση) (2002)
His Master's Voice 7PG 8064 (1971)
His Master's Voice 7PG 8017 (1970)
Columbia SCDG 3685 (1967)
Columbia SCDG 3652 (1966)
Columbia SCDG 3427 (1964)
Columbia SCDG 3426 (1964)