Παρακαλώ περιμένετε...

Καλλιτέχνες → ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΙΔΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ


Πληροφορίες
Ιδιότητα: Ζουρνάς, Τραγούδι, Φλογέρα
Καταγωγή: Κουνάκα Ματσούκας
Ημ/νία γέννησης: 14-09-1905
Ημ/νία θανάτου: 12-06-2001
Πόλη διαμονής: Τετράλοφος Κοζάνης
Χώρα διαμονής: Ελλάδα
Youtube: https://bit.ly/StoforonChristoforidisYT


Βιογραφικό

Ο Χριστόφορος Χριστοφορίδης (Στοφόρον) γεννήθηκε στο χωριό Κουνάκα της Εξαρχίας Άνω Ματσούκας του Νομού Τραπεζούντας Του Πόντου στις 14 Σεπτεμβρίου του 1905. 

Γονείς του, ο Κωνσταντίνος Χριστοφορίδης με το οικογενειακό προσωνύμιο “Σ̌αχπεντέρτς” και η Ελένη το γένος Χαραλάμπου Σεμερτζή από την Κουνάκα. 

Στο πατρικό του σπίτι έμενε μαζί με τους γονείς του, τον παππού του Δημήτρη Σ̌αχπεντέρ, τη γιαγιά του Σοφία και τα τρία του αδέλφια: Γιάννε, Σάββα και Σοφία. 

Από παιδί καθημερινά ζούσε τον αγώνα της επιβίωσης με την οικογένεια του. Οι καθημερινές του ενασχολήσεις ήταν πολλές. Καλλιεργούσαν τη γη, έκαναν κτηνοτροφία και δούλευαν έναν νερόμυλο για να βγάλουν τα προς το ζην. 

Ο μικρός “Στοφόρος” περνούσε τις ώρες του βοσκόντας τα ζώα στα παρχάρια της Κουνάκας, βοηθούσε την μάνα του στα χορτοθερίσματα και στις άλλες γεωργικές δουλειές και κρατούσε κάποιες φορές τη “χαμελέτεν”. Ο παππούς του Δημήτρης ήταν καπνέμπορας και έκανε συχνά ταξίδια στη Ρωσία. 

Η ζωή τους κυλούσε ήρεμα τα πρώτα χρόνια. Δεν υπήρχαν προβλήματα με τους Τούρκους. Το χωριό είχε 270 κατοίκους, ολους Έλληνες, πολλά παρχάρια, τρεις ναούς και ένα δημοτικό σχολείο. 

Ο Στοφόρον φοίτησε στο δημοτικό σχολείο της Κουνάκας μέχρι την 3η δημοτικού, όταν αρχίζει η ταραχώδης μετά το 1916 περίοδος. 

Παιδί βίωσε όλα τα τραγικά γεγονότα της γενοκτονίας των Αρμενίων και των Ελλήνων. Τον Απρίλιο του 1916, όταν οι Ρώσοι κατέλαβαν την Τραπεζούντα και έφτασαν ως το Τσεβιζλούκ, οι Τούρκοι διέταξαν τους Έλληνες 30 χωριών της Ματσούκας να εγκαταλείψουν τα μέρη τους και να αναχωρήσουν για το οροπέδιο του Ερζερούμ στο εσωτερικό της Τουρκίας μέσα σε μια εβδομάδα. Πολλοί αναχώρησαν και άλλοι απελάθηκαν μετά τη λήξη της προθεσμίας. 

Ο Στοφόρον, μαζί με την οικογένειά του ήταν ανάμεσα στα 1200 άτομα που, επειδή φοβήθηκαν μη σφαγούν στο δρόμο της εξορίας σαν τους Αρμένιους, μπήκαν στη μεγάλη σπηλιά της Κουνάκας, στον “Αγροτσάλ”, με την ελπίδα ότι θα σωθούν από τους προελαύνοντες Ρώσους. 

Ύστερα όμως από πολιορκία τεσσάρων ημερών αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν και με συνοδεία τουρκικής φρουράς ακουλούθησαν το δρόμο της εξορίας προς την Αργυρούπολη. 

Σ’ αυτήν την κρίσημη περίοδο ο Στοφόρον έμεινε ορφανός από πατέρα, έχασε τα δυο του μικρότερα αδέλφια, που πέθαναν από την πείνα και τις κακουχίες και οι “τσανταρμάδες” σκότωσαν με ξιφολόγχη τον παππού του Δημήτριο, μπροστά στα μάτια του μικρού Στοφόρου. 

Έτσι, από μικρός έζησε τη δυστυχία, την εξαθλίωση, την αντίσταση των Κουνακαλιτών και τις εξορίες. 

Στο διάστημα αυτό, λεηλατήθηκαν τα χωριά της Ματσούκας και οι εκτοπισμένοι Ματσουκάτες δύο χρόνια υπέφεραν τα πάνδεινα και αποδεκατίστηκαν από την πείνα και τις αρρώστιες. 

Το 1918, όταν οπισθοχώρησαν οι Ρώσοι, οι Τούρκοι ανακατέλαβαν τη Ματσούκα και ο Στοφόρον με τη μητέρα του και τον μεγαλύτερο αδερφό του Γιάννε, επανήλθε στη γενέτειρά του Κουνάκα, μαζί με τους επιζώντες συντοπίτες του και επιδόθηκαν στην επούλωση των πληγών τους. 

Η μητέρα του μετά από κάνα - δυο χρόνια ξαναπαντρεύτηκε με τον Κωνσταντίνο Αμαραντίδη, γνωστό ως Σ̌ιμούλ, ο οποίος είχε χάσει γυναίκα και παιδί από τύφο και έδρευε στο χωριό Γιαννακάντων. 

Ο Στοφόρος ήταν τότε 15 χρονών και ο αδερφός του 18. Τα δυο αδέρφια αρχικά δεν ακολούθησαν τη μητέρα τους, αλλά παρέμειναν στην Κουνάκα και ρίχτηκαν στον αγώνα της ζωής, δουλεύοντας το μύλο της οικογένειας, υπό την προστασία ηλικιωμένων συγγενών τους. 

Οι μήνες όμως που ακολούθησαν ήταν δύσκολοι, η πείνα και οι αρρώστιες θέριζαν. Έτσι, ένα χρόνο αργότερα, ο Γιάννες έπαθε πνευμονία και τον βρήκαν πεθαμένο πάνω στο “ξεραντέρ”.

Τότε, ο Στοφόρον πήγε να μείνει στου Γιαννακάντων μαζί με την μητέρα του και τον πατριό του. Εκεί έζησε πιο ήρεμα χρόνια. Η οικογένεια ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και μετά από λίγα χρόνια ο αριθμός των μελών μεγάλωσε με τη γέννηση τριών παιδιών. 

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, το 1922, όταν ήταν 18 χρονών, ο Στοφόρον με την οικογένεια του πήραν το δρόμο της προσφυγιάς. 

Το “παπόρ” τους έφερε αρχικά στην Καλαμαριά και τελικά εγκαταστάθηκαν στην Κοζάνη, στο χωριό “Σοφουλάρ” - σημερινή ονομασία Καπνοχώρι - στον οικισμό “Εβρενεζλί”, μαζί με άλλους 100 περίπου πρόσφυγεσ, όλοι ποντιακής καταγωγής. 

Οι ασχολίες ήταν οι ίδιες με εκείνες στην πατρίδα: γεωργία και κτηνοτροφία. Από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας, ο Σάββας πέθανε στα 18 του χρόνια από δάγκωμα σκύλου και η συμέλα, αφού παντρεύτηκε, πέθανε από λεύκωμα, ενώ ήταν έγκυος. 

Ο τρίτος γιος Στάθης ήταν καλός λυράρης και με το μεγαλύτερο Στοφόρο έκαναν πολλά μουχαπέτια και ψυχαγωγούσαν τον κόσμο. 

Ο Στοφόρον έμεινε στο Καπνοχώρι ως το 1926, όταν παντρεύτηκε την Ειρήνη το γένος Νικολάους και Λισάφς Αλεξίδη από το Καπίκιοϊ και εγκαταστάθηκε στον Τετράλοφο Κοζάνης (τουρκική ονομασία Τορταλί). Εκεί, παίρνοντας πια τη ζωή στα χέρια του, καλλιεργούσε χωράφια και κατάφερε να φτιάξει εκ του μηδενός ένα δικό του σπιτικό. 

Απέκτησε τέσσερα παιδιά, από τα οποία τα δύο πρώτα δεν επέζησαν, αλλά πέθαναν από ελονοσία όταν ήταν ακόμη πολύ μικρά. Το 1930 γεννήθηκε ο γιος του Κωνσταντίνος και το 1931 η Ελένη. 

Ο Στοφόρον γνώρισε 5 εγγόνια και 6 δισέγγονα. 

Το 1991 έχασε τη σύντροφο της ζωής του, Ειρήνη, και μετά από 10 χρόνια, στις 12 Ιουνίου του 2001, απεβίωσε στα βαθιά γεράματα, έχοντας κλείσει 96 χρόνια ζωής. 

Ο Στοφόρον ήταν λάτρης των παραδόσεων της ποντιακής μουσικής και η προσφορά του ήταν μεγάλη στη διατήρηση και διάδοση της ποντιακής κληρονομιάς. 

Ήρθε έφηβος από τον Πόντο και είχε κρατήσει άσβεστα στη μνήμη του διηγήσεις, τραγούδια, θρύλους, αναμνήσεις, ήθη και έθιμα. 

Στο τραγούδι ήταν το αηδόνι της Ματσούκας. Μετέφερε στην Ελλάδα το παραδοσιακό τραγούδι - στίχους και σκοπούς - ανόθευτο, όπως αυτό είχε φωλιάσει στην ψυχή του. Και έτσι το διατήρησε σ’ όλη του τη ζωή, μέχρι το θάνατό του. 

Τραγουδούσε σε γλέντια, γάμους, πανηγύρια, χορούς και άλλες εκδηλώσεις που ήταν καλεσμένος. 

Αναμφισβήτητα, ο αγαπημένος του ποντιακός σκοπός ήταν “το μακρύν η καϊτέ”. Αυτός ο μακρόσυρτος σκοπός που θυμίζει μοιρολόι. Πίστευε ότι αυτό το τραγούδι βγαίνει από την ψυχή του ανθρώπου και μιλάει σ’ αυτήν. Όντως πρόκειται για σκοπό με έντονη συναισθηματική διάσταση. 

Αυτή η μελωδία αντηχούσε πάντα στ’ αυτιά του και τον συντρόφευε τις μοναχικές στιγμές που περνούσε στα “ραχͮία” και τα “παρχάρια” της Κουνάκας και του Καρα - καπάν.

Σαν γραφικός τσοπάνος έπαιζε με τη φλογέρα τους μακρείς σκοπούς και μάζευε τα ζώα του κοντά του, καθώς ο αγράνεμος σκόρπιζε τις νότες του στα απέραντα βουνά της Ματσούκας. 

Ο Στοφόρον είχε και ένα ακόμη ταλέντο. Εκτός από φλογέρα, έπαιζε με εκπληκτικό τρόπο τον ποντιακό ζουρνά, ένα από τα σπανιότερα και πιο δύσκολα όργανα που υπάρχουν. Ακόμα και στα 90 του χρόνια με δεξιοτεχνία.

Ήταν άριστος χορευτής όλων των χορών που χόρευαν στη Ματσούκα. Όμως, ιδιαίτερη αγάπη είχε στο χορό των χορών “σέρρα”, στο αρχαιοελληνικό πυρρίχιο χορό, που διατηρήθηκε αναλλοίωτος στα παράλια του Ευξείνου Πόντου. 

Οι βηματισμοί του και οι αργές ρυθμικές του κινήσεις παρέμειναν ίδιες σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. 

Είναι άλλωστε γνωστή η μελωδία “ατσαπάτ” στη σέρρα που ο ίδιος τραγουδούσε, έπαιζε, χόρευε και διέδωσε στην Ελλάδα. 

Ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις του είναι καταγεγραμμένες σε κασέτες και CD. Αλλά είναι μεγάλο κρίμα που ο ίδιος δεν μπόρεσε ή και αμέλησε να διασώσει με τα σύγχρονα μέσα καταγραφής το τραγούδι του. 

Έτσι, δεν υπάρχει καμία επίσημη ηχογράφηση, εκτός από μια επεξεργασμένη προσπάθεια έκδοσης ερασιτεχνικών ζωντανών ηχογραφήσεων, που έχουμε σήμερα στα χέρια μας από αρχείο συγγενών και θαυμαστών του, που πραγματοποιήθηκε μετά το θανατό του, από τον ανιψιό του, Χριστόφορο Χριστοφορίδη. 

Ο Στοφόρον γλέντησε πολύ στη ζωή του. Έκανε πολλά ταξίδια και γνώρισε πολλά μέρη. Όπου και αν πήγαινε σε σταματούσε να αναπολεί τις αλησμόνητες πατρίδες. 

Ήταν πάντα παρών σε ποντιακά μουχαπέτια και παρακάθια, και ποτέ δεν έλειπε από τα πανηγύρια της Παναγίας του Σουμελά και της Ματσούκας. 

Είχε βαθιά πίστη στο Θεό και στα κοντινά του πρόσωπα δίδασκε την αγάπη και την αλήθεια. Ήταν ευθύς και ειλικρινής στις σχέσεις του και απεχθανόταν το ψέμα και την ιδιοτέλεια. Ήταν ευπρόσδεκτος και ευχάριστος στις παρέες, καθώς είχε μια μοναδική αίσθηση του χιούμορ και του αυτοσαρκασμού. Διέθετε μια μοναδική ευστροφία και ετοιμολογία και πάντα μιλούσε μ’ έναν ιδιαίτερα ξεχωριστό τρόπο, χρησιμοποιώντας παραβολικές εκφράσεις και αλληγορίες. Έτσι, καθήλωνε όσους τον άκουγαν να διηγείται ιστορικά ανέκδοτα, παραμύθια και παροιμίες. Ήταν από τους αθεράπευτους νοσταλγούς του Πόντου και λάτρης των πάτριων παραδόσεων. 

Για όλους αυτούς τους λόγους έχει βραβευτεί από πολλούς συλλόγους της Ελλάδας και του εξωτερικού για την προσφορά του στη διατήρηση και διάδοση της ποντιακής κληρονομιάς. Μερικές από τις τιμητικές διακρίσεις του είναι/προέρχονται από:

  • Ποντιακός Σύλλογος Αλέξανδρου Υψηλάντη Νέας Τραπεζούντας Πιερίας

  • Φάρος Ποντίων Θεσσαλονίκης

  • Εύξεινος Λέσχη Κοζάνης

  • Ένωση Ποντίων Εορδαίας

  • Παναγιά Σουμελά Βοστώνης ΗΠΑ

Αυτός ήταν ο γνωστός σε όλους μας Στοφόρος, με τα χίλια μύρια βάσανα και τη μεγάλη του προσφορά. 

Να γιατί ο Στοφόρον είναι μια ξεχωριστή ποντιακή προσωπικότητα…

Ο παππούς ο Στοφόρον δεν πέθανε. Ζει στην ψυχή των παιδιών του, στις καρδιές των συγγενών του, στη μνήμη των ανθρώπων που τον γνώρισαν από κοντά. 

Είναι ακόμη εδώ κοντά μας στο καινούριο του σπίτι και μας δίνει την ευχή του:

“Να ζείτεν να ελέπω σας και του χρον’”.
 

Ευχαριστούμε θερμά τις κυρίες Ελένη Σιαμίδου και Χαρούλα Σιαμίδου (οι δισέγγονες του Θείου Στοφόρου) για τα βιογραφικά στοιχεία.


Christoforos Christoforidis (Stoforon) was born in the village of Kounaka of Upper Matsouka, in the Prefecture of Trapezounta of Pontos, on September 14, 1905.

His parents were Konstantinos Christoforidis, known by the family nickname “Shachpenterts,” and Eleni, née Charalambou Semertzis, also from Kounaka.

In his paternal home he lived together with his parents, his grandfather Dimitris Shachpenter, his grandmother Sofia, and his three siblings: Giannis, Savvas, and Sofia.

From an early age he experienced daily the struggle for survival together with his family. Their daily occupations were many: they cultivated the land, raised livestock, and operated a watermill in order to make a living.

Young “Stoforos” spent his hours herding the animals in the alpine pastures (parcharia) of Kounaka, helping his mother with haymaking and other agricultural tasks, and at times carrying the “chameleten.” His grandfather Dimitris was a tobacco merchant and frequently traveled to Russia.

Life flowed peacefully during the first years. There were no problems with the Turks. The village had 270 inhabitants, all Greeks, many alpine pastures, three churches, and one primary school.

Stoforos attended the primary school of Kounaka up to the third grade, until the turbulent period after 1916 began.

As a child, he experienced all the tragic events of the genocide of the Armenians and the Greeks. In April 1916, when the Russians occupied Trapezounta and advanced as far as Tsevizlik, the Turks ordered the Greeks of 30 villages of Matsouka to abandon their homes and depart for the Erzurum plateau in the interior of Turkey within one week. Many left voluntarily, while others were deported after the deadline expired.

Stoforos, together with his family, was among the 1,200 people who, fearing they would be massacred along the road of exile like the Armenians, entered the large cave of Kounaka, at “Agrotsal,” hoping to be saved by the advancing Russians.

After a siege of four days, however, they were forced to surrender and, under escort of a Turkish guard, followed the road of exile toward Argyroupoli.

During this critical period, Stoforos was left fatherless; he lost his two younger siblings, who died from hunger and hardship; and the police (“tsantarmades”) killed his grandfather Dimitris with a bayonet before the eyes of young Stoforos.

Thus, from a very young age he lived through misery, destitution, the resistance of the people of Kounaka, and exile.

During this time, the villages of Matsouka were plundered, and the displaced people of Matsouka suffered terribly for two years, decimated by hunger and disease.

In 1918, when the Russians retreated and the Turks reoccupied Matsouka, Stoforos, together with his mother and his older brother Giannis, returned to his birthplace Kounaka with the surviving villagers and devoted themselves to healing their wounds.

After a year or two, his mother remarried Konstantinos Amarantidis, known as “Shimoul,” who had lost his wife and child to typhus and was based in the village of Giannakanton.

Stoforos was then 15 years old and his brother 18. At first, the two brothers did not follow their mother but remained in Kounaka and threw themselves into the struggle of life, operating the family mill under the protection of elderly relatives.

The months that followed, however, were difficult; hunger and disease were rampant. Thus, a year later, Giannis contracted pneumonia and was found dead on the “kseranter.”

Stoforos then went to live in Giannakanton with his mother and stepfather. There he experienced calmer years. The family engaged in farming and livestock breeding, and after a few years the family grew with the birth of three children.

With the population exchange in 1922, when he was 18 years old, Stoforos and his family took the road of refuge.

The “vapor” (ship) first brought them to Kalamaria, and they eventually settled in Kozani, in the village “Sofoular” (today known as Kapnochori), in the settlement “Evrenezli,” together with about 100 other refugees, all of Pontian origin.

Their occupations were the same as in their homeland: farming and livestock breeding. Of the four children of the family, Savvas died at the age of 18 from a dog bite, and Simela, after marrying, died from leucorrhea while pregnant.

The third son, Stathis, was a good lyra player, and together with the eldest, Stoforos, they held many muhapetia (gatherings) and entertained the people.

Stoforos remained in Kapnochori until 1926, when he married Eirini, née Alexidis from Kapikioi, and settled in Tetralofos of Kozani (Tortali). There, taking life firmly into his own hands, he cultivated fields and managed to build his own household from nothing.

He had four children, of whom the first two did not survive, dying of malaria while still very young. In 1930 his son Konstantinos was born, and in 1931 his daughter Eleni.

Stoforos lived to see five grandchildren and six great-grandchildren.

In 1991 he lost his life companion, Eirini, and ten years later, on June 12, 2001, he passed away at a very old age, having completed 96 years of life.

Stoforos was a devoted lover of the traditions of Pontian music, and his contribution to the preservation and dissemination of Pontian heritage was great.

He came as an adolescent from Pontos and kept alive in his memory stories, songs, legends, recollections, customs, and traditions.

In song, he was the nightingale of Matsouka. He brought to Greece the traditional song—lyrics and melodies—pure and unaltered, as it had taken root in his soul. And thus he preserved it throughout his life, until his death.

He sang at feasts, weddings, festivals, dances, and other events to which he was invited.

Undoubtedly, his favorite Pontian melody was “to makrin i kaite,” a long-drawn tune reminiscent of a lament. He believed that this song comes from the human soul and speaks to it. Indeed, it is a melody with a strong emotional dimension.

This melody always echoed in his ears and accompanied him during the lonely moments he spent in the “rashia” and the “parcharia” of Kounaka and Kara-Kapan.

Like a picturesque shepherd, he played the long melodies on his flute and gathered his animals close to him, as the gentle breeze scattered his notes across the vast mountains of Matsouka.

Stoforos also had another talent. In addition to the flute, he played the Pontian zurna in an astonishing manner, one of the rarest and most difficult instruments in existence—even with mastery in his 90's.

He was an excellent dancer of all the dances performed in Matsouka. However, he had a special love for the “Sera,” the dance of dances—the ancient Greek pyrrhic dance—preserved unchanged along the shores of the Black Sea.

His steps and slow rhythmic movements remained the same throughout his life.

The melody “Atsapat” in the Sera, which he himself sang, played, danced, and disseminated in Greece, is well known.

Amateur recordings of his are preserved on cassettes and CDs. However, it is a great pity that he was unable—or perhaps neglected—to preserve his singing with modern recording means.

Thus, there exists no official recording, apart from a processed effort to release amateur live recordings that we have today from the archive of relatives and admirers, carried out after his death by his nephew, Christoforos Christoforidis.

Stoforos celebrated life greatly. He traveled extensively and got to know many places. Wherever he went, he would stop to reminisce about the unforgettable homelands.

He was always present at Pontian muhapetia and parakathi gatherings, and he never missed the festivals of Panagia Soumela and Matsouka.

He had deep faith in God and taught love and truth to those close to him. He was straightforward and sincere in his relationships and detested lies and selfishness. He was welcome and pleasant in company, possessing a unique sense of humor and self-irony. He had exceptional wit and readiness of speech and always spoke in a distinctive manner, using parables and allegories. Thus, he captivated listeners as he recounted historical anecdotes, fairy tales, and proverbs. He was an incurable nostalgic of Pontos and a devoted lover of ancestral traditions.

For all these reasons, he was honored by many associations in Greece and abroad for his contribution to the preservation and dissemination of Pontian heritage. Some of his distinctions came from:

  • Pontian Association of Alexandros Ypsilantis of Nea Trapezounta, Pieria

  • Faros Pontion of Thessaloniki

  • Efxinos Leschi Kozanis

  • Pontian Society of Eordaia

  • Panagia Soumela of Boston, USA

This was the Stoforos known to all of us, with his countless hardships and his great contribution.

That is why Stoforos is a unique Pontian personality.

Grandfather Stoforos did not die. He lives in the souls of his children, in the hearts of his relatives, and in the memory of those who knew him personally.

He is still here with us in his new home and gives us his blessing:

“May you live, so that I may see you next year.”
 

We warmly thank Eleni Siamidou and Charoula Siamidou (the great-granddaughters of Uncle Stoforos) for providing the biographical information.




Δισκογραφίες - Ηχογραφήσεις
 ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΓΛΕΝΤΙ 3 (2009)
 ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΓΛΕΝΤΙ 2 (2008)
 ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΣΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ (CD1) (2004)
 ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΣΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ (CD2) (2004)
 ΑΝΕΒΖΗΓΟΣ ΑΡΟΘΥΜΙΑ (2003)
 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΙ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ (1995)
 ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΧΟΡΟΥ (1993)
 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΙ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ Νο2 (1976)